Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Η Μικρανυφαντού

Η μικρανυφαντού

Κοπελοπούλα διάζεται τση προύκας τα χιράμια.

Βάζει στημόνι πράσινον και φάδι ριζαρένιο και κίτρινο βελεσερό βάφει τα κούμαρα ντως. Τη νύχτα το περαματεί, τη μέρα το ξυφαίνει και πρίχου ο γκάρδιος κρεμαστεί, καινούργια βάνει απάνω.

Η μάνα τζη λιγοψυχά, βιάζει τη να ’ ποφάνει, να τήνε δώσει του άρχοντα που τη συχνογυρεύγει.

Μ’ άρχοντας είναι γεροντής και παρακαιρισμένος κι η κόρη αλλού έχει την καρδιά και τη φιλιά δοσμένη και βρίσκει χίλιες αφορμές τση μάνας τση, και λέει,

όϊ, στσί πήχες ήσφαλε, στο μέτρημα γελάστη, τ’ όργο δεν ήτονε σωστό και λείφτηκε ντουράδες, δε μασουρίζει ο άδραχτος και το θρομύλι εράη, ο κλέφτης δεν περαματεί, τ’ αντί κακογυρίζει, κι οι νιοί συχνοδιαβαίνουνε κι αλικοντίζουνέ ντη.

-Κι ήντα κοντό μού ζήλεψε ο άρχος και με θέλει, πού’ μαι άπραγη κι ακάτεχη και τάξη δε νογούμαι, κι άγουρη σαν το πωρικό, σαν το στιφό κυδώνι;

Να πάρει μιαν αρχόντισσα στο σόϊ να του μοιάζει, στα έχει να΄ναι ταιργιαχτοί, στα χρόνια σογκαιρίτες, να σογεράσουνε κι οι δυό, στερνά καλά να δούνε.

Πάλι κι αν είν’ του ριζικού γυναίκα να με πάρει και να με κάμει αρχόντισσα, δαμάκι ας ανημένει.

Πρώτα να φάνω τα προυκιά, να τα ορφοπλουμίσω, ντουζίνες τα πετσετικά, τσι μπόλιες με την πήχυ, τση πατητές ασήκωτες, κασέλες τα χιράμια, και τα παπλοσκεπάσματα στίβα τσι δωδεκάδες.

Να βάλω και την υστεργιά του πάστου τα σεντόνια. Με μαντινάδες να διαστώ, με λύρες να τα φάνω, και με τσ ’ αγάπης το σκοπό να τα γοργοκεντήσω.

Να κάμω ξόμπλι πέρδικα που τη βαστά γεράκι, να γράψω κι αποκατωθιό κόκκινο τ ’ όνομά μου, να μοιάζουν τα ψηφία ντου με τση καρδιάς το αίμα.

Να ποπεράσει κι ο καιρός να πιάσω τα δεκάξε, να μεγαλώσουν τα κουρλιά κι ο κόρφος να γεμίσει,

να κάμω λυγερό κορμί,να σύρω μπόϊ ακόμη,για να ταιργιάζω τ’ άρχοντα, γιατί κοντή του πέφτω.

Μου το εμπιστεύθηκε ο Θωμάς Βενάκης.

Βρίσκεται στην ποιητική συλλογή «Τα Δίφορα» του Κωστή Φραγκούλη

1 σχόλιο:

  1. Kαλησπερίζω, υπέροχο...
    κι ένα του Εφταλιώτη

    "Πέρνα, σαϊτα μου γοργή,
    με το ψιλό μετάξι,
    νάρθει ο καλός μου τη Λαμπρή
    να βρει χρυσά ν' αλλάξει,

    Τάκου τάκου ο αργαλειός μου,
    τάκου κι έρχεται ο καλός μου.

    Μαντήλι από το δάκρυσμα
    δεν τούμεινε στα ξένα.
    Αρχοντοπούλες τον ζητούν
    κι αυτός πονεί για μένα.

    Τάκου τάκου στην αυλή μου,
    ώσπου νάρθει το πουλί μου.

    Εγώ το φάδι θα γενώ
    κι εκείνος το στημόνι,
    που να μπλεχτεί μες στο πανί
    και πια να μη γλυτώνει.

    Πέτα, σαϊτα μου γοργή,
    χτύπα, χρυσό μου χτένι,
    η ατέλειωτη Σαρακοστή
    μερόνυχτο να γένει.

    Τάκου τάκου ο αργαλειός μου,
    τάκου κι έρχεται ο καλός μου."

    μια φίλη μου το άφησε κι εγώ μ' αγάπη σ' εσας... :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή