Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Η ΥΦΑΝΤΡΑ

Η Υφάντρα

Παρακολουθώντας για την υφαντική στο Νεπάλ


…Τεντώνει το στημόνι. Χορδές τέμνουν το οριοθετημένο κενό κάτω απ’ το βλέμμα. Ένα πλαίσιο όλο κι όλο, και αμέσως ο χώρος οργανώνεται σε μία μοίρα. Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τις τεντωμένες παράλληλες σειρές, άσπρες γραμμώσεις που δίνουνε κυματισμό στο κενό. Μετά παίρνει ένα θερμό υλικό, νεύρο από χόρτο που ξεράθηκε το περσινό καλοκαίρι, ή το μακρόσυρτο σούρσιμο του μεταξοσκούληκα πάνω στη ζωική οσμή μιας χλόης Ιουνίου, κι ακόμα πιο θερμό, ίνα θυμωμένης τσουκνίδας, σειρήτι αίμα αγαύης, για να γεμίσει αυτό που πρέπει να γεμίσει.

Σκέφτεται την τάξη, το γερό και σταθερό ύφασμα. Αρχίζει λοιπόν την διαπλοκή. Τα δάχτυλα μπαινοβγαίνουν στα μικρά κενά, αφήνοντας πίσω κάτι διαφορετικό, μία άλλη τάξη φαινομένου. Τόσο απλό, λέει, είναι να σκεπάσεις το πριν; Να το υπερβείς; Να ντύσεις τις απραξίες; Έτσι, περνάει τα δάχτυλα πότε κάτω, πότε πάνω απ’ τις χορδές του στημονιού, πλέκοντας μία κίνηση, που βρίσκει μιαν αυτονομία πέρα απ’ το ύφασμα που προχωράει υπακούοντας την θέλησή της. Ξεχνιέται καμμιά φορά η υφάντρα να παρακολουθεί την κίνηση, δίχως το αποτέλεσμα, αναλογίζεται πόσο της ξεφεύγει η ίδια η κίνηση, πόσο τα δάχτυλά της απρόβλεπτα υπακούνε σε μια δικιά τους πειθαρχία, πούναι έξω από την πρόθεσή της, που βγαίνει όχι από την σκέψη της, που ελευθερώνεται και πάει, που κινείται όλο και πιο πέρα, όλο και πιο μακρυά, που αφήνει πίσω της όχι ένα ύφασμα για σώμα ή για κρεββάτι, μα μια ανερχόμενη σκάλα από τόνους μελωδικούς, που πάνε νάβρουν την πηγή του υφαδιού τους, την πρωινή δροσιά του χορταριού, την ζεστή άχνα του άχυρου, τη σκιά του σκουληκιού.

Ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο της σκέψης της, η απελευθερωμένη τόλμη των χεριών της γίνεται όλο και πιο φρέσκια, πιο παιδική, πιο άκοπη, πιο διαφανής. Τότε η ύφανση αρχίζει να μπαίνει στον χώρο της πρόφασης, και λίγο – λίγο γίνεται μία χρυσαλλίδα που αφήνει πίσω της αυγό ένα κομμάτι πανί, ενώ η ίδια αργά – αργά, μέσα από στροβιλισμούς χορού, απογυμνώνεται σε μουσική, που θροΐζει ανάμεσα στις τεντωμένες χορδές, κι ο αργαλειός, ξύλο του δάσους, είναι η άρπα που ηχεί ασημοκούδουνα.

Τα δάχτυλα μετά, κινούνται για τον εαυτό τους, πέρα απ’ τη σκοπιμότητα της δουλειάς, τα δάχτυλα με τις φουσκωμένες φλέβες, τα φαγωμένα νύχια, λίγο μαυρισμένα, κινούνται με μια δική τους τάξη, υπακούοντας τον ρυθμό των τεντωμένων χορδών, και η κίνησή τους γίνεται όλο και πιο έμπειρη, όλο και πιο ελεύθερη, πιο αρμονική, με μια ρόδινη ομορφιά, ανώνυμη και σιωπηλή, ώσπου βγαίνει ο χορός. Κι ολοένα ανεβαίνει, κλείνοντας την κίνηση, αφήνοντας πίσω την εργασία, ανεξάρτητο σώμα, σαν τον μεταξοσκούληκα μπαινοβγαίνει τρώγοντας το άδειο, μπαίνει σε μια όλο και πιο περιστρεφόμενη ενέργεια, πυρετική, όλο και πιο μπροστά απ’ το λησμονημένο κορδόνι της λογικής περίπτυξης που αναδιπλώνεται να σκεπάσει την απραξία, να δώσει νόημα στο χρόνο, να ντύσει τις γυμνές ανάγκες με της ζεστασιάς την καλωσύνη. Και το χέρι φυλάει την πιο λεπτή, την πιο ευλαβική του κίνηση για το σχήμα του σταυρού καθώς αποσύρεται από το φέγγος της δράσης με μια βαθειά υπόκλιση στην αξιοσύνη των ημερών που θάρθουνε να παραλάβουνε το αυγό του μεταξοσκούληκα απ’ τη φωλιά στο μαύρο του το νύχι…

Από ένα κείμενο της Αναστασίας Κατσαπάρα Φανουρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου