Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

ΜΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑ

Μαγικό και Χρώμα

Γλαυκό – Γλαύκη, το κυανοπράσινο χρώμα της θάλασσας στα ρηχά, εκεί που ο βυθός είναι αμμώδης και που στα μάτια των ναυτικών παίρνει την όψη γυναίκας.

Φκιασίδι βγαίνει από τη λέξη φύκι γιατί από τα φύκια της Μεσογείου Ρυτίφλοια η βαφική οι αρχαίες Ελληνίδες έβαφαν τα μάγουλά και τα ρούχα τους.

Το φυσικό χρώμα δεν επαναλαμβάνεται. Είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. Είναι προσωπικό κρατώντας ανωνυμία, που παραπέμπει στο γενικό. Ανήκει στην ύλη, αλλά ανάγει στο άϋλο. Μάλιστα, όσο πιο πολύ είναι από ανεπεξέργαστη ύλη, τόσο πιο πολύ ανάγει στο άϋλο, με την έννοια την πνευματική, και βέβαια και την θρησκευτική. Δίνει κάτι σαν μουσική, με την έννοια του ρυθμού και της αφαίρεσης. Σαν να ρευστοποιεί την ύλη του.

Είναι ένα είδος σφραγίδας, Αποτύπωμα χαρακτήρα ατομικότητας. Αφήνει να διαφαίνεται η ανάγκη, παντοδύναμη και ουσιαστική, που έγινε αιτία να δημιουργηθεί (π.χ. ανάγκη προστασίας από κακές επιδράσεις, ανάγκη αναγνώρισης, ανάγκη επιβεβαίωσης…). Είναι απαραίτητο για να λειτουργήσει το μαγικό, να παραπέμπει στην πρωτογένεια της ανάγκης, στην αποκλειστικότητα του τρόπου εργασίας που προκύπτει με δυσκολία, ποτέ με ευκολία. Αυτές το καθιστούν μοναδικό και μη επαναλήψιμο. Το χρώμα γίνεται «μαγικό», όταν έντονα και με τρόπο δυναμικό δηλώνει την προβολή, πολύ περισσότερο την επισήμανση κάποιου συναισθήματος, που το χρειάστηκε για να μορφοποιηθεί, και που αντίστοιχα ξυπνάει σε αυτόν που το βλέπει το δίδυμό του. Μ’ έναν τέτοιο τρόπο γίνεται η σύνδεση, μία ενοποίηση αυτού που προηγήθηκε, με εκείνο που ακολουθεί. Απ’ αυτήν την ένωση προκύπτει η κατάσταση του μαγικού.

Από ένα κείμενο της Αναστασίας Κατσαπάρα Φανουρίου

Η Μικρανυφαντού

Η μικρανυφαντού

Κοπελοπούλα διάζεται τση προύκας τα χιράμια.

Βάζει στημόνι πράσινον και φάδι ριζαρένιο και κίτρινο βελεσερό βάφει τα κούμαρα ντως. Τη νύχτα το περαματεί, τη μέρα το ξυφαίνει και πρίχου ο γκάρδιος κρεμαστεί, καινούργια βάνει απάνω.

Η μάνα τζη λιγοψυχά, βιάζει τη να ’ ποφάνει, να τήνε δώσει του άρχοντα που τη συχνογυρεύγει.

Μ’ άρχοντας είναι γεροντής και παρακαιρισμένος κι η κόρη αλλού έχει την καρδιά και τη φιλιά δοσμένη και βρίσκει χίλιες αφορμές τση μάνας τση, και λέει,

όϊ, στσί πήχες ήσφαλε, στο μέτρημα γελάστη, τ’ όργο δεν ήτονε σωστό και λείφτηκε ντουράδες, δε μασουρίζει ο άδραχτος και το θρομύλι εράη, ο κλέφτης δεν περαματεί, τ’ αντί κακογυρίζει, κι οι νιοί συχνοδιαβαίνουνε κι αλικοντίζουνέ ντη.

-Κι ήντα κοντό μού ζήλεψε ο άρχος και με θέλει, πού’ μαι άπραγη κι ακάτεχη και τάξη δε νογούμαι, κι άγουρη σαν το πωρικό, σαν το στιφό κυδώνι;

Να πάρει μιαν αρχόντισσα στο σόϊ να του μοιάζει, στα έχει να΄ναι ταιργιαχτοί, στα χρόνια σογκαιρίτες, να σογεράσουνε κι οι δυό, στερνά καλά να δούνε.

Πάλι κι αν είν’ του ριζικού γυναίκα να με πάρει και να με κάμει αρχόντισσα, δαμάκι ας ανημένει.

Πρώτα να φάνω τα προυκιά, να τα ορφοπλουμίσω, ντουζίνες τα πετσετικά, τσι μπόλιες με την πήχυ, τση πατητές ασήκωτες, κασέλες τα χιράμια, και τα παπλοσκεπάσματα στίβα τσι δωδεκάδες.

Να βάλω και την υστεργιά του πάστου τα σεντόνια. Με μαντινάδες να διαστώ, με λύρες να τα φάνω, και με τσ ’ αγάπης το σκοπό να τα γοργοκεντήσω.

Να κάμω ξόμπλι πέρδικα που τη βαστά γεράκι, να γράψω κι αποκατωθιό κόκκινο τ ’ όνομά μου, να μοιάζουν τα ψηφία ντου με τση καρδιάς το αίμα.

Να ποπεράσει κι ο καιρός να πιάσω τα δεκάξε, να μεγαλώσουν τα κουρλιά κι ο κόρφος να γεμίσει,

να κάμω λυγερό κορμί,να σύρω μπόϊ ακόμη,για να ταιργιάζω τ’ άρχοντα, γιατί κοντή του πέφτω.

Μου το εμπιστεύθηκε ο Θωμάς Βενάκης.

Βρίσκεται στην ποιητική συλλογή «Τα Δίφορα» του Κωστή Φραγκούλη

Η ΥΦΑΝΤΡΑ

Η Υφάντρα

Παρακολουθώντας για την υφαντική στο Νεπάλ


…Τεντώνει το στημόνι. Χορδές τέμνουν το οριοθετημένο κενό κάτω απ’ το βλέμμα. Ένα πλαίσιο όλο κι όλο, και αμέσως ο χώρος οργανώνεται σε μία μοίρα. Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τις τεντωμένες παράλληλες σειρές, άσπρες γραμμώσεις που δίνουνε κυματισμό στο κενό. Μετά παίρνει ένα θερμό υλικό, νεύρο από χόρτο που ξεράθηκε το περσινό καλοκαίρι, ή το μακρόσυρτο σούρσιμο του μεταξοσκούληκα πάνω στη ζωική οσμή μιας χλόης Ιουνίου, κι ακόμα πιο θερμό, ίνα θυμωμένης τσουκνίδας, σειρήτι αίμα αγαύης, για να γεμίσει αυτό που πρέπει να γεμίσει.

Σκέφτεται την τάξη, το γερό και σταθερό ύφασμα. Αρχίζει λοιπόν την διαπλοκή. Τα δάχτυλα μπαινοβγαίνουν στα μικρά κενά, αφήνοντας πίσω κάτι διαφορετικό, μία άλλη τάξη φαινομένου. Τόσο απλό, λέει, είναι να σκεπάσεις το πριν; Να το υπερβείς; Να ντύσεις τις απραξίες; Έτσι, περνάει τα δάχτυλα πότε κάτω, πότε πάνω απ’ τις χορδές του στημονιού, πλέκοντας μία κίνηση, που βρίσκει μιαν αυτονομία πέρα απ’ το ύφασμα που προχωράει υπακούοντας την θέλησή της. Ξεχνιέται καμμιά φορά η υφάντρα να παρακολουθεί την κίνηση, δίχως το αποτέλεσμα, αναλογίζεται πόσο της ξεφεύγει η ίδια η κίνηση, πόσο τα δάχτυλά της απρόβλεπτα υπακούνε σε μια δικιά τους πειθαρχία, πούναι έξω από την πρόθεσή της, που βγαίνει όχι από την σκέψη της, που ελευθερώνεται και πάει, που κινείται όλο και πιο πέρα, όλο και πιο μακρυά, που αφήνει πίσω της όχι ένα ύφασμα για σώμα ή για κρεββάτι, μα μια ανερχόμενη σκάλα από τόνους μελωδικούς, που πάνε νάβρουν την πηγή του υφαδιού τους, την πρωινή δροσιά του χορταριού, την ζεστή άχνα του άχυρου, τη σκιά του σκουληκιού.

Ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο της σκέψης της, η απελευθερωμένη τόλμη των χεριών της γίνεται όλο και πιο φρέσκια, πιο παιδική, πιο άκοπη, πιο διαφανής. Τότε η ύφανση αρχίζει να μπαίνει στον χώρο της πρόφασης, και λίγο – λίγο γίνεται μία χρυσαλλίδα που αφήνει πίσω της αυγό ένα κομμάτι πανί, ενώ η ίδια αργά – αργά, μέσα από στροβιλισμούς χορού, απογυμνώνεται σε μουσική, που θροΐζει ανάμεσα στις τεντωμένες χορδές, κι ο αργαλειός, ξύλο του δάσους, είναι η άρπα που ηχεί ασημοκούδουνα.

Τα δάχτυλα μετά, κινούνται για τον εαυτό τους, πέρα απ’ τη σκοπιμότητα της δουλειάς, τα δάχτυλα με τις φουσκωμένες φλέβες, τα φαγωμένα νύχια, λίγο μαυρισμένα, κινούνται με μια δική τους τάξη, υπακούοντας τον ρυθμό των τεντωμένων χορδών, και η κίνησή τους γίνεται όλο και πιο έμπειρη, όλο και πιο ελεύθερη, πιο αρμονική, με μια ρόδινη ομορφιά, ανώνυμη και σιωπηλή, ώσπου βγαίνει ο χορός. Κι ολοένα ανεβαίνει, κλείνοντας την κίνηση, αφήνοντας πίσω την εργασία, ανεξάρτητο σώμα, σαν τον μεταξοσκούληκα μπαινοβγαίνει τρώγοντας το άδειο, μπαίνει σε μια όλο και πιο περιστρεφόμενη ενέργεια, πυρετική, όλο και πιο μπροστά απ’ το λησμονημένο κορδόνι της λογικής περίπτυξης που αναδιπλώνεται να σκεπάσει την απραξία, να δώσει νόημα στο χρόνο, να ντύσει τις γυμνές ανάγκες με της ζεστασιάς την καλωσύνη. Και το χέρι φυλάει την πιο λεπτή, την πιο ευλαβική του κίνηση για το σχήμα του σταυρού καθώς αποσύρεται από το φέγγος της δράσης με μια βαθειά υπόκλιση στην αξιοσύνη των ημερών που θάρθουνε να παραλάβουνε το αυγό του μεταξοσκούληκα απ’ τη φωλιά στο μαύρο του το νύχι…

Από ένα κείμενο της Αναστασίας Κατσαπάρα Φανουρίου